Ανεξάρτητη σύγκριση από το πανεπιστήμιο του Rostock της Γερμανίας

Ανεξάρτητη σύγκριση από το πανεπιστήμιο του Rostock της Γερμανίας μαρτυρεί μερικές σημαντικές ανισότητες, και θα προσθέσω πως είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Μία πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγαν αποκαλύπτει τις κύριες διαφορές μεταξύ των μεθόδων παράδοσης της νικοτίνης στον ανθρώπινο οργανισμό, οι οποίες είναι ο καπνός τα ηλεκτρονικό τσιγάρο και το Heat-not-burn.

Δυστυχώς τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όλα τα HNB δεν είναι ισοδύναμα κατά την παράδοση της νικοτίνης και εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τη συμμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κάνει το διαχωρισμό κατατάσσοντάς τα, στα TPD.

Οι ερευνητές είναι οι εξής, ο Jan Heide, Sven Ehlert, ο Andreas Walte και ο Ralf Zimmermann, Καθηγητής στο Τμήμα Αναλυτικής & Τεχνικής Χημείας στο Πανεπιστήμιο του Rostock, στην Γερμανία. Λοιπόν, οι προαναφερόμενοι κύριοι διερεύνησαν τις εκπομπές αερίων του καπνού, των HNB και του ατμίσματος. Η κύρια μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ποσοτική και η ποιοτική ανάλυση, μέσω της τεχνικής φασματομετρίας της μάζας για να συγκρίνουν τη νικοτίνη, τα οργανικά και αρωματικά μόρια των εκπομπών. Η απόδοση του συστήματος τους επιτρέπει στους επιστήμονες να συγκρίνουν τις διαδοχικές ρουφηξιές από το ίδιο υλικό.

Οι παρατηρήσεις για τα Heat not burn και το εύφλεκτο τσιγάρο.

Τα προϊόντα HNB που ελέγχθηκαν από την ερευνητική ομάδα ήταν iQOS (PMI), Eclipse (RAI), Ploom (JTI) και ένα ερευνητικό εύφλεκτο τσιγάρο.Το περίεργο της υπόθεσης είναι πως από το ένα ξεφύσημα στο άλλο, η ανάλυση της νικοτίνης που εκπέμφθηκε από αυτές τις συσκευές, όχι απλά δεν ήταν είναι ισοδύναμες, αλλά είχαν τεράστιες ανομοιογένειας ανάμεσά τους. Ενώ το παραδοσιακό τσιγάρο παρέδιδε συνεχώς με την ίδια σταθερή ροή, ποσότητα και ποιότητα από το αρχικό επίπεδο έως το τελευταίο, το iQOS έχει ένα εντελώς διαφορετικό μοτίβο, το οποίο η κάθε ρουφηξιά είχε τελείως διαφορετικά στοιχεία με την άλλη.

Το Eclipse και το Ploom παρέδιδαν μεν την νικοτίνη σταδιακά, αλλά δεν είχαν μεγάλη απόκλιση η μία τζούρα με την άλλη, εδώ πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η μάζα από τις εισπνοές και σε δεύτερη φάση η η κάθε ρουφηξιά ξεχωριστά. Στη συνέχεια, παρατηρήθηκε μια σταδιακή μείωση της δόσης νικοτίνης που παρεχόταν, αλλά είχε ελάχιστη αποκλίνουσα πορεία.

Ο μέγιστος αριθμός εισπνοών που έγιναν για τη μέτρηση είναι συγκρίσιμα με εκείνες ενός συμβατικού τσιγάρου και των iQOS και δεν υπερβαίνει τις 10. Το Eclipse και το Ploom, σε αντίθεση, συνέχισαν να παραδίδουν σταθερά με περισσότερη ορθότητα έως 20 συνεχόμενες ρουφηξιές, με το Ploom να προχωράει λιγάκι ακόμη παραπέρα.

Τα τοξικά υποπροϊόντα της καύσης ήταν σχεδόν απούσα.

Επίσης, η ανάλυση των εκπομπών αποκάλυψε πολύ χαμηλότερα επίπεδα τοξικών παραπροϊόντων της καύσης (εδώ στο παράδειγμα αναφέρεται το βουταδιένιο) στα HNB τσιγάρα σε σύγκριση με τα εύφλεκτα. Ωστόσο, το Eclipse, λόγω της καύσης του άνθρακα για τη θέρμανση των κυλινδρικών ράβδων καπνού, εμφάνισαν υψηλότερα επίπεδα από τα υπόλοιπα, αλλά βρισκόταν κατά μία τάξη μεγέθους χαμηλότερα από εκείνα του καπνού.

Επιπλέον η ανάλυση των εκπομπών αναδεικνύει ότι σε υψηλότερη θερμοκρασία, η φασματική υπογραφή των τοξικών ενώσεων ενισχύεται, γεγονός που δείχνει ότι παράγονται περισσότερες ενώσεις. Αλλά προς το παρόν απαιτείται περισσότερη έρευνα για να είναι σε θέση να χαρακτηρίσουν την επίδραση της θερμοκρασίας με την γεύση, ούτως ώστε να υπάρξει ακριβής καθορισμός με απόλυτη σαφήνεια.

error: Content is protected !!